Μακαρόνια με...
Πάνω στους "μικρούς" και τους "μεγάλους"
Με πιάνω από χρόνια να χωρίζω νοερά τους γύρω μου σε “μικρούς” και “μεγάλους”. Και όχι ηλικιακά. Οι άνθρωποι που συναναστρέφομαι είναι γενικά ενήλικες, άνω των 18. Δεν είναι όμως όλοι “μεγάλοι”. Ο καλύτερος τρόπος να το εξηγήσω είναι ως εξής:
Θυμάστε όταν ήμασταν παιδιά που βλέπαμε τους μεγάλους σαν κάτι το διαφορετικό; Δε μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι θα γίνουμε σαν αυτούς, κι αυτοί, απ’ την άλλη, μας έλεγα πράγματα του στυλ “περίμενε και θα δεις” και τέτοια;
Για ένα (αν)ελεύθερο περιστέρι
Ήρθε ένα περιστέρι. Έτσι όπως έπινα καφέ. Το κοίταξα ανόρεχτα. Είχα δουλειές να κάνω: να καθαρίσω το σπίτι, να πάω λαϊκή. Είχα και ένα ραντεβού για ΚΤΕΟ πιο μετά.
Ήταν μετρίως ξεπουπουλιασμένο και αδιάφορο. Θύμιζε σύμβολο της ειρήνης όσο η γιαγιά μου θύμιζε τις φωτογραφίες της. Όμως κάπως περίεργα περπατούσε…
Τα περιστέρια δεν πάνε όπως τα σπουργίτια. Τα σπουργίτια δεν περπατούν - πηδούν με ένα ρυθμικό “χοπ-χοπ” που σου φτιάχνει τη διάθεση αν το κοιτάς - ό,τι και να σου συμβαίνει. Ε, τα περιστέρια δεν πάνε έτσι. Τα περιστέρια περπατούν. Το ‘να πόδι, μετά τ’ άλλο, μετά ξανά το ‘να πάλι. Το μόνο αξιοσημείωτο στο περπάτημα τους ίσως είναι το μπρος-πίσω του κεφαλιού τους που συγχρονίζεται στα βήματα, αλλά δεν είναι χαρωπό, ούτε καν ιδιαίτερο. Είναι όπως εμείς κουνάμε ρυθμικά τα χέρια μας βαδίζοντας, μόνο και μόνο επειδή μας κρέμονται.
Καλό Χειμώνα - 2024
Πώς χάθηκε πάλι το καλοκαίρι μέσ’ απ’ τα χέρια μου σα λεπτή ξερή άμμος; Βασικά, όχι το καλοκαίρι - η αίσθησή του. Και κάθομαι πάλι στο Λάντς Χολ ρουφώντας φρέντο εσπρέσσο, μέσ’ τη μέση της Καλλιρόης, σα να μη συνέβη τίποτα.
Όχι ρε πούστη μου. Συνέβη. Συνέβη σας λέω. Υπήρξαν μερικές μέρες που δε ζούσα από συνήθεια και έλλειψη εναλλακτικών. Ζούσα γιατί ήθελα να δω τι θα γίνει παρακάτω. Να ξαναφάω πρωινό τιγκαρισμένο στην πραλίνα, να δω πώς είναι αυτό το μέρος που λέγεται “κόσμος”, να ξανακάνω διαγωνισμό μακρουβουτιου και να πω βλακείες με τους ανθρώπους μου. Υπήρξαν μερικές μέρες που επέμεναν να περνούν αργά, όσο ωραία και αν περνούσα. Μέρες, στις οποίες, ενώ κάτι είχε συμβεί το πρωί, ένιωθα σα να είχε γίνει πριν βδομάδες. Μόνα αποδεικτικά ότι όλα αυτά έγιναν - τα εισιτήρια στο μέηλ μου. Α, και οι φωτογραφίες - φυσικά!
Στην καφετέρια
Μία μέρα του μέλλοντος ίσως καθόμαστε σε δύο καρέκλες μίας συνοικιακής, υπαίθριας, φτηνής καφετέριας. Θα είναι μια ηλιόλουστη μέρα, και το τραπέζι μας θα είναι κάτω από μια ομπρέλα. Δε θα καθόμαστε απέναντι, αλλά δίπλα-δίπλα, δε θα έχουμε μετακινήσει καν τις καρέκλες από τον τρόπο που ήταν στημένες. Θα τις έχουμε τραβήξει απλώς και θα έχουμε καθήσει εκεί. Δίπλα-δίπλα.
Η μπύρα που θα έχω παραγγείλει θα ζεσταίνεται μέσα στην ανήλεη ζέστη του μεσημεριού. Τα πατατάκια θα είναι μπάρμπεκιου, θα έχουν μια έντονη, ξινή γεύση και θα αφήνουν το χέρι λερό. Θα τα μασουλάω ανόρεχτα. Εσύ δε θα παίρνεις, αλλά μάλλον θα θες. Θα προσέχεις ίσως μην παχύνεις, ίσως να είσαι και σε δίαιτα, δε θα είμαι σίγουρος πια. Θα τη σταματάς και θα την ξεκινάς συνέχεια.
Οι Χειμερινοί Κολυμβητές και η "Αίρεση του Ευαγγελίου του Ιούδα"
“Λοιπόν, καλημέρα παιδιά. Σήμερα θέλω να γράψετε μια έκθεση. Θέλω όλο το δύωρο να το αφιερώσουμε σ’αυτό για να συνηθίζετε σιγά σιγά πως είναι να μη γράφετε σπίτι σας και να έχετε μια εικόνα του χρόνου που χρειάζεται…”
Πρέπει να ήταν Μάρτης; Απρίλης; Κάτι τέτοιο. Κοντά στις πανελλήνιες πάντως. Μπήκε μέσα η Παυλίδου και ξεκίνησε το πρωινό ασάλιωτο, ακριβώς με τα παραπάνω λόγια.
Αυτά τα βίαια πρωινά τα είχαμε πια συνηθίσει εκείνη την εποχή. Το να κάνουμε αυτό που θέλουμε ήταν τόσο εκτός της κουβέντας τότε, που είχαμε απολέσει εντελώς το τι όντως θέλαμε. Δεν είχε τόσο καθόλου σημασία που είχε σβήσει απ’ το χάρτη. Πήρε χρόνια να ξαναβρούμε το πως θέλουμε πραγματικά να ξοδεύουμε τα πρωινά μας. Πλατιάζω.
Έη Άη
“Για λόγους ασφαλείας της επικοινωνίας σας και τη διασφάλιση της ποιότητας της υπηρεσίας μας, η κλήση σας ενδέχεται να καταγραφεί”
-“Γεια σας… Έχω ένα πρόβλημα.”
-“Καλησπέρα! Δοκιμάσατε να το κλείσετε και να το ξανανοίξετε;”
-“Ναι. Πολλές φορές. Έχω την αίσθηση ότι δεν έχει δημιουργηθεί από ‘μένα”.
-“Μάλιστα. Τι πρόβλημα αντιμετωπίζετε;”
-“Όταν γράφω την ερώτησή μου στο AI, μερικές φορές δεν απαντάει. Βγάζει μόνο τρεις τελείες.”
-“Και δε γράφει κάτι;”
-“Όχι”
Μια ενδοσκόπηση για τον Παππού
Ένα παλιό ρολόι στον απέναντι τοίχο έδειχνε κοντά 11. Από εκείνα τα ρολόγια, σε σχήμα κουκουβάγιας που μπορούσε να συναντήσει κανείς στα ’90s, με κίτρινα μάτια που σε κάθε δευτερόλεπτο στρέφονταν δεξιά ή αρστερά, ανάποδα από εκεί που είχαν στραφεί στο προηγούμενο δευτερόλεπτο. Εγώ ήμουν ξαπλωμένος, και η ώρα μου έδειχνε πως έπρεπε σιγά-σιγά να φύγω. Ίσως ο μόνος λόγος που επιτρεπόταν να είμαι έξω από το σπίτι τέτοια ώρα - ήμουν κοντά 6 ή 7 χρονώ - ήταν πως ήμουν στον παππού το Στέλιο. Στο σπίτι ακριβώς κάτω απ’το δικό μου, στην ίδια, οικογενειακή, πολυκατοικία. Ο παππούς ήταν δίπλα μου και κάναμε ότι κάναμε πάντα όταν πήγαινα σπίτι του - λύναμε σταυρόλεξα.
Κίρμπυ
-“Γειά σας, είστε ο κύριος Γιάννης;”
-“Ο Γιάννη είμαι. Και δεν είμαι κύριος.” Γελάκι. Ωραία λέω, θα κάνουμε χαβαλέ.
-“Ποιό είναι το θυροτηλέφωνο; είμαι απ’ έξω…”
-“Το μικρό που είναι μόνο του. Σου ανοίγω.”
Τον περίμενα παλικαράκο, χαλαρό 25άρη, ντυμένο με φόρμα κι έτσι. Ήρθε όμως ένας και καλά χαλαρός 35άρης, ντυμένος με παλτό και σκαρπίνι, που έφερνε μαζί ένα σάκο και μια κούτα. Μετά έγιναν με τη σειρά τα εξής: άφησε κάτω το σάκο και την κούτα, πήρε από την τσέπη του δύο καποτάκια για παππούτσια, τα φόρεσε παραπατώντας και μου έδωσε το χέρι του: “Γιώργος”.
Ο Παντελής
Εναλλακτικός τίτλος: “Παντελής τέλος - βγάλ’ τα πέρα μόνος σου” (κατά το “ Κοινόβιο τέλος… ”)
Εναλλακτικός τίτλος 2: “Ωδή στο HHC” (κατά το “ Ωδή στο THC ”)
-“Λοιπόν, αφήνουμε τα πράγματα και πάμε σούπερ μάρκετ;”
-“Ε, να μη δοκιμάσουμε τι πήραμε;”
-“Λες να κάνουμε μια τζουρίτσα απ’ αυτό και να πάμε μετά, ε;”
-“Έτσι λέω. Και μετά γυρνάμε και το μελετάμε. Για άνοιξέ το…”
Τώρα το “αυτό” ήταν ένα βέηπ, που είχαμε βρει σε ένα Σίμπιντί σόπ στον Πειραιά. Είχε ένα κουμπί - το πάταγες μια γερή για να τ’ ανοίξεις και μετά ήθελε λέει άλλες δυο φορές, για να ζεσταθεί και να βγάλει κάτι χρώματα. Όταν τέλειωναν τα χρώματα και δεν αναβόσβηνε πια, ρούφαγες. Η γεύση; Λέμον Χέηζ παρακαλώ. Ντελικάτη. Ανάλαφρη. Παιχνιδιάρα.
Στοματική Υγιεινή
“Λίγο πιο δεξιά κάνε μου… Λίγο πιο κλειστό το στόμα, ωραία”. Δε μπορούσα να καταλάβω αν κοιτάζει τα μάτια μου και με ζυγίζει πριν ακόμα μια επίθεση ή το στόμα μου. Λογικά το στόμα μου, αλλά από αυτήν την απόσταση δεν είναι εύκολο. Εγώ φορούσα κάτι πλαστικά γυαλιά, σαν αυτά που φορούν στις οικοδομές όταν ανακατεύουν τις λάσπες. Όσο μπορούσα είχα τα μάτια μου κλειστά. Δάκρυα έτρεχαν μέσα στα αυτιά μου.