Μακαρόνια με...
Παιδική Καλοποίηση
Ακόμα μου είναι αδιανόητο, πως μπορεί να περπατώ δίπλα-δίπλα με ανθρώπους που πέρασαν μια ανέμελη παιδική ηλικία. Πως είχαν γονείς που τους έκαναν τα χατίρια, που ένιωθαν μια κάποια ασφάλεια μαζί τους, και πως ο κόσμος, ήταν μεν κάπως κακός κάποιες φορές, αλλά δε μπορούσε πραγματικά να τους πειράξει. Η ανευθυνότητα αυτών των γονέων, να μην προετοιμάσουν τα παιδιά τους για την αληθινή ζωή, μου φαίνεται άνω ποταμών.
Σε κάτι μέρη, όπως στις στάσεις λεωφορείων ή στις θέσεις παραθύρου των αεροπλάνων, δε μπορώ να το αποφύγω, και συγκρίνομαι. Λογικά αυτοί οι άνθρωποι δε θα μάθουν ποτέ πώς είναι να τους “αγαπούν” υπο προϋποθέσεις, όπως, ας πούμε, τους σχολικούς τους βαθμούς, το πόσο καθαρό άφηναν το δωμάτιο τους ή το πόσο αργά γύριζαν σπίτι αφού περνούσαν ωραία με κάποια παρέα. Θα τους είναι ακόμη λογικά ακατανόητο να αγχώνονται, όταν ακούν κλειδιά στην εξώπορτα. Αυτό μου φαίνεται μια μέγιστη παράλειψη, καθώς σ’ αυτή τη ζωή δε μας αγαπάει κανείς γι’ αυτό που είμαστε, μόνο γι’ αυτά που (δεν) κάνουμε, και έτσι οι γονείς δημιουργούν ψεύτικες προσδοκίες στα παιδιά τους. Όσο για τα κλειδιά στην πόρτα, είναι πολύ πιθανό να τους βρει αυτό το συναίσθημα απροετοίμαστους, όταν πια παντρευτούν, και τότε θα έχουν κακά ξεμπερδέματα…
Η Ρόμπα
“Που μπορεί κανείς να βρει μια πράσινη, γυναικεία ρόμπα και με λέλουδα παρακαλώ, όντας (αυτό που λέμε) άντρας, που δεν έχει πατήσει ποτέ σε ρουχάδικα, που κρατάει όλα του τα ρούχα μέχρι να λιώσουν, που ψωνίζει μόνο από πανέρια λαϊκής και δεύτερο χέρι από πεταμένα μαγαζιά με μπόγους άσχετων υφασμάτων, αλλά και γειασου μαγαζάτορες;”
Αδύνατο να βρεθεί μια συνοπική απάντηση. Η λύση αυτού του προβλήματος φαινόταν να περιέχει αυτό που στους κύκλους των ανθρώπων που δε ζουν σε αυτο-υποβεβλημένο κοινωνικό αποκλεισμό, λέγεται “σόπιν”. Και αυτό είναι πιο πολύ μία διαδικασία παρά μια πράξη. Γιατί, αν η ρόμπα πρέπει να είναι απλώς πράσινη, τότε ΟΚ, μπαίνεις σε όλα τα μαγαζιά που βρίσκεις μέχρι να τη δεις κρεμασμένη. Τότε κοιτάς την τιμή, την αρπάς και την πας στα ταμεία. Την πληρώνεις, τη σακουλιάζεις και η ζωή συνεχίζεται. Αν όμως η ρόμπα πρέπει εκτός από πράσινη να φέρει και λουλουδάκια (κατά προτίμηση πολλών χρωμάτων) και να είναι κατά (δικιά μου) προτίμηση σατέν, τα πράγματα δυσκολεύουν. Γιατί αν πας στην ευγενική πωλήτρια του καταστήματος εσωρούχων (ως άντρας) και ζητήσεις μια “πράσινη σατέν ρόμπα με πολύχρωμα λουλουδάκια”, πιθανότητα θα σε κοιτάξει απορρημένη και ίσως να σου πει αυτό πο σκέφτεται, που λογικά θα είναι κάτι κοντά σε: “στον ύπνο σου την είδες χριστιανέ μου;” (η απάντηση θα είναι “περίπου”). Ίσως προσπαθήσει να σου πουλήσει καμιά άλλη ρόμπα, που είτε δε θα είναι πράσινη, είτε δε θα είναι σατέν είτε δε θα φέρει αρκετά λουλουδάκια.
Μια Ολλανδική Σύσκεψη
Σκηνικό
Δωμάτιο ημίφωτο από ψαγμένο στιμπανκ φωτιστικό, απ’ αυτά με τις λάμπες που το παίζουν κάπως βίνταζ . Χαμηλό ξύλινο γιαπωνέζικο τραπεζάκι τσαγιού, με μαξιλάρες. Τρεις άνθρωποι κάθονται γύρω του.
Χαρακτήρες
Μεσήλικες, Ολλανδοί με αισθητική της εποχής του Νιου Έητζ. Φανερά, παράταιρα φορούν πάνω απ’ τα ρούχα τους μονόχρωμα σακάκια και τσαλακωμένες γραβάτες που έχουν γυρίσει προς τα πίσω. Κάθονται στις μαξιλάρες οκλαδόν και γενικώς ανακούρκουδα.
Ολλανδός Α
Κάθεται απέναντι από τους άλλους δύο, είναι ντυμένος με σαλβάρι και πολύχρωμο γιλέκο. Έχει ύφος προβληματισμένο, αδιέξοδο, αλλά ανοιχτό σε διάλογο.
Οδοιπορικό break - Αμοργός (π. θρι - "Το Χαμένο Κινητό")
Η δεκάτη-έκτη Αυγούστου με βρίσκει επίσημα (η πρώτη γουλιά καφέ δηλαδή - όπως έλεγε η σερβιτόρα στη Μποτίλια) στο τραπέζι του Φάτα Μοργκάνα στα Κατάπολα. Με τον Σπύρο είχαμε μια ζωηρή συζήτηση, ενόσω κάπνιζα συγκρατημένα τα “Πράσινη Βιργινία” του, που ξεκίνησε από το ψάρεμα και “κατέληξε” (αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη λέξη για εκείνη τη συζήτηση) στο γιατί δεν τον βοήθησε η Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία και την έχει καταβρεί με την Ψυχανάλυση , ενώ εγώ βοηθήθηκα από τη Συμπεριφορική, αλλά τώρα αλληθωρίζω εντελώς προς τη Γκεστάλτ . Η ώρα ήταν κοντά δώδεκα, ο Σπύρος ευχαρίστησε για τον κερασμένο καφέ και το βιβλίο και πήγε για σιέστα στο Δημοτικό Κάμπινγκ. Εμένα μετά από όλα αυτά δε μου κόλλαγε ύπνος…
Οδοιπορικό break - Αμοργός (π. του - "Κατάδυση")
Σήμερα έκανα τράκα Ολ Χολμπορν από ένα Γάλλο, που ήρθε να κάνει μάθημα κατάδυσης, σ’ αυτή την τελευταία παραλία της Αμοργού, όπου τη βγάζω με το βαν κάποιες μέρες τώρα. Τους άκουγα από το δίπλα τραπέζι, όσο έπινα τον καφέ μου, να λένε πως βγάζουμε το νερό από τη μάσκα όσο είμαστε κάτω, τι γίνεται με τα βάρη, τα κουμπάκια που φουσκώνουν τη στολή, πως βρίσκουμε τον αναπνευστήρα αν μας φύγει απ’ το στόμα, πως δείχνουμε το “ΟΚ” και τέτοια.
Οδοιπορικό break - Αμοργός (π. ουάν - "Ερωτήσεις")
Το προχωρημένο μεσημέρι της δεκάτης-τετάρτης Αυγούστου με βρίσκει στην πιο νότια παραλία της Αμοργού, ολομόναχο στο τραπέζι αυτού του μπιτς μπαρ, να κάνω τράκα καμήλες από τη διπλανή οικογένεια και να προσπαθώ να καταλάβω τι γίνεται πραγματικά πίσω απ’ τα μάτια μου, όταν έχουν κολλήσει πάνω σε ένα αντικείμενο και το κοιτούν χωρίς να το βλέπουν.
Όσο σκέφτομαι κάτι τέτοια οι απορίες βαθαίνουν, απ’ το κλασσικό καρτεσιανό: “υπάρχει ο κόσμος όταν κλείνω τα μάτια;”, ως το: “θα υπάρχω εγώ αν κλείσουν τα μάτια ταυτόχρονα όλοι οι άλλοι;”, μετά πάω στο: “αλλάζει η κινησιολογία μου όταν με παρατηρούν;” και μετά πάω στα εντελώς απλά και συγκεκριμένα: “τι να είναι αυτό που με κάνει να θέλω να ανέβω όλες τις ανηφόρες με τρίτη;” ή “γιατί το βραχιολάκι στον ένα αστράγαλο μ’ αρέσει τόσο περισσότερο από το βραχιολάκι και στους δύο;”.
Το Παραμύθι με τη Μέλισσα
Χρηματαποστολή ή 'Η Φράση Που Κερδίζει'
Είχε μόλις παραλάβει με αυτό το τεράστιο τεθωρακισμένο βαν. Έβγαινε από το πάρκινγκ της Εθνικής Τράπεζας. Κρατούσε το συμπλέκτη μισοπατημένο στην ανηφόρα της εξόδου περιμένοντας τη σειρά του και το αλεξίσφαιρο γιλέκο τον έσφιγγε στις κλείδες. “Ο οδηγός δε γνωρίζει το συνδιασμό”. Και πράγματι, δεν τον γνώριζε. Ήταν μέρος της διαδικασίας. Η δουλειά του περιοριζόταν στο να οδηγήσει από την Ομόνοια ως την Ηγουμενίτσα, μετά να πάρει το καράβι για Κέρκυρα και τέλος να “παραδώσει” στην Εθνική Τράπεζα εκεί, κοντά στο Κωδωνοστάσιο.
Θεραπεία
Ο θεραπευτής μπήκε στον περιφραγμένο χώρο. Ήταν μια αυλή με τραπεζάκια, ορισμένη από μία καλαμωτή, στο ύψος της μέσης ενός μέσου ενήλικα ανθρώπου, που περιόριζε έξωθεν της κάποια δέντρα, θάμνους, ένα συντριβάνι, χώμα και άλλα ήδη που βρίσκει κανείς σε ένα πάρκο. Από την άλλη, περίκλυε έσωθέν της μια πλακόστρωση, τα προαναφερθέντα τραπεζάκια μαζί -φυσικά- με καρέκλες, κόσμο καθήμενο στις εν λόγω καρέκλες, καθώς και ένα μακρόστενο κτίσμα από όπου μπαινόβγαιναν άνθρωποι με δίσκους, συνήθως κατευθευνόμενοι προς τα τραπέζια και σπανιότατα προς οπουδήποτε αλλού. Με άλλα λόγια, ο θεραπευτής είχε μπει σε μια υπαίθρια καφετέρια.
Λέξεις για την Καρτέλα
Κάναμε Γλώσσα ακριβώς πριν το διάλειμμα κάπου στην 3α δημοτικού. Ήταν και μέρα γονέων εκείνη η μέρα. Χτύπησε το κουδούνι και τότε έγινε.
Καθόμουν πολύ κοντά στην έδρα, στη μία μεριά του εξωτερικού Π που έκαναν τα θρανία. Ίσως και στο πρώτο θρανίο του Π. Πράγμα που σήμαινε πως η κ. Σοφία θα μπορούσε να δει στο θρανίο μου.
Κλείνοντας το βιβλίο της Γλώσσας, η κ. Σοφία κάπως παρατήρησε το βιβλίο μου. Το βιβλίο πριν κλείσει έκανε μια μικρή τσάκιση και η “πράσινη καρτέλα” φάνηκε για λίγο.