Μακαρόνια με...
Ντέηβ και Σάρα - χρονικό ενός (καταλάθος) βιβλίου
(Γενικό Σέτινγκ και) Τσάπτερ 1
Ήταν κάτι τύπου Απρίλης του 2020. Βαθειά πρώτη καραντίνα και γενικότερη βουβαμάρα. Η εποχή της συνειδητοποίησης, του dopamine detox (και γενικά της αυτοβελτίωσης), της απόλυτης ησυχίας, των τηλεφωνημάτων από ανθρώπους που έχουν να σε δουν χρόνια, του Tinder με ακτίνα 2 χιλιόμετρα. Της μπατσαρίας στους δρόμους της Αθήνας, των μηνυμάτων για το σούπερ-μάρκετ, της ημερήσιας απογραφής νεκρών, των ρουφιανο-ελικοπτέρων που τα καύσιμά τους θα είχαν φτιάξει 3 νοσοκομεία από τα μπετά, του Τσιόρδα και των 2 κρίσιμων βδομάδων. You get the idea.
Διάλειμμα για ΙΙΙΙΙ
Παραταγμένοι από ώρες πρωινές και με σκοτούρες μεγάλες οι νέοι περιμένουν για δεύτερη φορά φέτος. Μπορούμε να διακρίνουμε από μακριά την ουρά. Οι κριτές στις θέσεις τους και με φανερά νευρικές κινήσεις περιμένουν την έναρξη της τελετής. Κατόπιν μερικών ετοιμασιών χαρτικού χαρακτήρα (μια κούτα με τυπωμένες αιτήσεις πρέπει να παραληφθεί από την πύλη, μερικά χαρτιά πρέπει να έχουν υπογραφεί μέχρι τη δεκάτη πρωινή), οι σκηνές ανοίγουν και η διαδικασία ξεκινά. Χαρακτηριστική φιγούρα εκκίνησης, ένας κοντοκουρεμένος που φοράει σαν νικητής από καιρό μια λευκή κορδέλα, και ένα ξύλινο (μη πτυσσόμενο) γκλόπ, διασχίζει την πελώρια σχηματισμένη ουρά και κάθε λίγο φωνάζει το εναρκτήριο μήνυμα, το άγγελμα:
Μια τζούρα για τη γιαγιά...
Το κρατάω ανάμεσα στο δείχτη και το μέσο και το βάζω στο στόμα, και το βγάζω κρατώντας το με το δείκτη και τον αντίχειρα, κάνοντας ένα μορφασμό, σα να δάγκωσα ακτινίδιο.
“Ωραιό πράμα”
Με το άλλο χέρι πιάνω μια μπύρα να πάει κάτω η καφτερή γέυση.
Η σκέψη μου πήγε καρφί στη γιαγιά μου, που πέθανε πριν 2+ χρόνια. Αμοντάριστη.
Την αγαπούσα πολύ τη γιαγιά μου. Αλήθεια. Πολύ αλήθεια. Με μεγάλωσε αυτή η γυναίκα (κόντρα στην πεποίηθηση της μάνας μου). Και επειδή με μεγάλωσε σε ύψος και ηλικία, επέμενε να με μεγαλώσει και σε πλάτος - ίσως για λόγους πληρότητας, πράγμα που δεν κατάφερε γιατί είχα καλό μεταβολισμό.
'Βαρεμάρα - Ενδοσκόπηση' σημειώσατε 2
Κυριακή πρωί, μια μέρα μετά την προηγούμενη μέρα όπου τίποτα δε συνέβη. Έχω κάπως βαλθεί να σπάσω το σερί, όχι ακριβώς δημιουργικά, αλλά σίγουρα προσπαθώντας. Ψάχνω λοιπόν, με τον ήλιο σα γκαρσόνι πάνω από την μπαλκονόπορτά μου, το ψυχικό μου μενού:
Ορεκτικό
Το “δεν ταιριάζουμε” είχε πάει σε άλλη διάσταση θυμάμαι: δε μιλάμε για ασυμφωνία χαρακτήρων, μιλάμε για παράλληλα σύμπαντα. Πάταγα την οδοντόκρεμα (άμα έπλενα ποτέ τα δόντια μου, καθώς τα άφηνα επίτηδες κίτρινα επηρρεασμένος από τον κοκκινομάλλη τύπο Τρυποκάρυδο ) από την άκρη, και αυτή από τη μέση. Έτρωγα τα αυγά μου μάτια με ψημένο κρόκο και εκείνη τα ρούφαγε ωμά. Κάπνιζα εργοστασιακά με φίλτρο και αυτή στριφτά και άφιλτρα (και δεν είχε ποτέ παραπάνω σάλιο στο στόμα της οπότε δεν παπαριάζανε οι άκρες - μυστήριο). Τι να πρωτοθυμηθώ. Εγώ χίπης ειρηνιστής, αφοπλισμός, “χαμογέλα στο φονιά σου”, “γύρνα το άλλο (κωλο)μάγουλο”, αυτή μαύρο κράνος δίπλα στην πόρτα, σφεντόνα και παπαγαλάκι. “Κάτω η διαλεκτική της εξουσίας εγώ”, “μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι” αυτή. Γάλλους ποιητές, καταραμένους και γενιά του ‘30 εγώ, μπιτ και Γυμνό Γεύμα αυτή. Shine on you εγώ, Anarchy in the UK αυτή, και πάει κλαίγοντας.
Του COVID τα 19άμερα
Όταν έξω κάνει Κόβιντ-δεκαεννιά μέσα κάνει φουτζίτσου . Κάνει βαρεμάρα τύπου 7 χρονώ μεσημέρι , κάνει ανησυχία για τη δημοκρατική δικτατορία της Ψωροκώσταινας , κάνει υπολογιστές και Zoom και remote και ρεβύθια σούπα .
Είναι επίσης εντυπωσιακό το κύμα νεοφιλελεύθερης κακοκαιρίας που έχει βρει την Ελλάδα, που έρχεται από ανέμους δυτικούς που ξεκινάνε από πέρα του Ατλαντικού, περνάνε από το μικρό πάνω αριστερά νησάκι και έρχονται κατευθείαν εδώ. Όσο και να αμπαρωθείς, αυτή η βροχή μπαίνει από τη ΦΕΚ, τους ήρωες με τα μπλε και τα πράσινα, το ραδιόφωνο.
Οδοιπορικό Αμβούργο-Βερολίνο-Ψωροκώσταινα (Επαγγελματικό acid trip)
Λουίτζιζ
Μας καβλάντιζε ένας Πορτογάλλος κουήρ εκεί στο Λουίτζιζ , και μας έφερε με τα πολλά κάτι μπριζόλες πάνω σε μια πίτσα, και φαρμακώσαμε και ‘μεις, οι ταξιδιώται οι κουρασμένοι. Το πνεύμα ξεκίνησε όλο εκεί. Έξω κρύο αγιάζι και πολύ latency από το roaming, μέσα πίτσα, μπύρα και μια οθονούλα που παίζει πλάνα drone από Santorini και Corfu. Μείναμε μέσα μέχρι που βάλανε τη σκούπα στην πόρτα και μας ρίξανε αλάτι στην πλάτη και παίξανε ένα ολόκληρο επεισόδιο Κωσταντίνου κ’ Ελένης με μάσκες αρχαίας τραγωδίας γενικά.
Οδοιπορικό break - Παγκράτι/Παρίσι
Είχαμε μόλις χωρίσει με τη Λίντα. Απομακρυνόμουν σκυθρωπός από τον τόπο του αποχωρισμού, σφίγγοντας το κρύο μου, δερμάτινο παλτό στα πλευρά, ανάβοντας ένα τσιγάρο σφιχτά μέσα στις παλάμες μου, να μη μου πάρει τη φλόγα (ή το σπιρτόκουτο) ο Παρισινός αέρας.
Περνώντας, ίσως για τελευταία φορά από τη γέφυρα στην καψαλισμένη Νότγ Ντάμ, παρατήρησα σφιγμένος εκείνο το μικρό λουκέτο. Λ⊕Β. Ήμουν πια σίγουρος πως κανείς δε θα μάθαινε για εκείνο το μικρό παιχνίδι των συμβόλων που είχα εφεύρει, εκείνο το βράδυ στο κομμωτήριο που δούλευε η Λίντα, τρία χρόνια πριν, στο Παγκράτι Αθηνών. Λίντα + Βαγγέλης = Λοβ της είχα γράψει στο παγκάκι έξω από το μαγαζί, δίπλα από μία πούτσα και ένα αλφάδι , και ως λάτρης της κλασσικής Άλγεβρας Boole, θεώρησα γλυκό να χρησιμοποιήσω το σύμβολο της πράξης XOR για να απλοποιήσω την παραπάνω παράσταση.
Τα μπλου(ζ) της μεσαίας τάξης
Είναι ακριβώς η περίπτωση γυναικάς που ο Κηλαιδόνης στον ύμνο των μαύρων σκυλιών δε λέει ούτε “Ναι” ούτε “Όχι”, αλλά “ότι νομίζεις κάνε, και μη μου πεις καν τι έγινε”. Βασικιά Γλυφαδιώτισσα, 7,5 στην κλίμακα ISO, με μαλλιά που μοσχοβολούν σαμπουάν μπύρα, και καμία διάθεση να δούμε ταινία σπίτι μου. Ψήθηκε για Φράου και Μπάτμαν και Εκεί, με αυτή τη σειρά και ήταν κρίμα που κατέληξε στο πάρτυ στη νομική, με ένα σωρό αμφιβόλου φύλου περιπτωσάρες που τραγουδούσαν “Εδώ ζούνε αμαζόνες / αν θες να’ρθεις πάρ’ ορμόνες”.
Ανεργία
Δεν ήταν σχέδιο των Αμερικάνων, δεν ήταν χρησμός κάποιου λοιμοκτωνημένου ρασοφόρου. Δεν ήταν όμως και παρόρμηση της στιγμής. Ήταν μια βαθειά, βασανιστική και μυτερή συνειδητοποίηση, ότι νοίκιαζα τη ζωή μου σε κάποιον. Και μάλιστα σα να ήταν ημι-υπόγειο δώμα στην Κυψέλη.
Αφού μέτρησα λοιπόν τα κουκιά, και βγαίνανε κάπως, πήγα και είπα στον νοικάρη κάτι σαν το παρακάτω:
- Ή γεμίζουμε το meeting room με μπαλάκια παιδότοπου
και κάθε μέρα 9 με 5 βουτάμε όλοι εκεί μέσα,
ή φεύγω.
Και για σιγουριά πρόσθεσα (εξίσου σοβαρά) και κάτι του τύπου:
Χορτάτο Καλοκαίρι
Μετά την υψηλή επιτυχία του CouchSurfing , το καλοκαίρι με βρίσκει (ίσως για πρώτη φορά), να μην λαχανιάζω τρέχοντας πίσω από σαλβάρια και αμάνικα λευκά ή μαύρα φανελάκια, με σημάδια ιδρώτα κάτω από τις άτριχες μασχάλες δεσποινίδων που δε γελάνε με τα ρατσιστικά αστεία και ψηφίζουν Σύριζα ή/και Ανταρσύα. Ούτε να γυρίζω το κεφάλι πιο πολύ από όσο νόμιζα ότι μπορεί να γυρίσει, όταν βλέπω λουλουδάτο φορεματάκι φέρον θηλυκό εντός του στην permissive ηλικία 17-28, με γαμπάκια που δε μπορώ παρά να τα φανταστώ απά στους ώμους μου, σε μικρο-δασική έκταση κοντά στην πρώτη σκηνή ενώ παίζουν οι Χαϊνηδες ή άλλοι κρητικομονοπωλητές. Δε λέω βέβαια πως δεν υπάρχουν μεμονωμένα περιστατικά, αλλά δεν είναι, ώ του θαύματος, ο κανόνας.